Τέρμα τα κοσμικά και τα «κάπου πήγα κάτι είδα». Είναι Δευτέρα, εργαζόμεθα (είναι απόλαυση να το λες με την προοπτική της άδειας Πέμπτης-Παρασκευής) και επιστρέφουμε στη γνώριμη θεματολογία.
Από τον καιρό που ο Ρίκος ξαναξεκίνησε απογευματινά μαθήματα η μήτηρ ξεχύνεται τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως για ψώνια. Ψώνια ως γνωστόν ίσον βιβλία και πλην των δικών μου, ψάχνω πολλά και διάφορα για προγραφή (διότι για ανάγνωση δουλεύουμε κυρίως τα ταμπελάκια με τις λέξεις). Το τελευταίο απόκτημα είναι ένα βιβλίο ιχνηλασίας (αυτό διαβάζω, αυτό μαρτυρώ, αυτό φωτογράφισα). Αγοράσαμε αριθμούς και γράμματα, περιέργως το βρίσκει συναρπαστικό να γράφει μέσα στο «χνάρι» και του αρέσει και σαν ανεξάρτητη εργασία.
Στην ανάγνωση (εκτός από τα ονόματά μας) βάλαμε ακόμα τα «χαρτιά» (είναι το αγαπημένο UNO) και το «μάθημα». Δεν νομίζω ότι του έχει εντυπωθεί ολόκληρη η λέξη, αλλά επειδή μπαίνουν στο πρόγραμμα και τις συζητάμε, παρατηρεί το πρώτο γράμμα και μαντεύει τι λέει. Ελπίζω ότι αυτό είναι το πρώτο βήμα.
Έχει αρχίσει να πιάνει το «γιατί». Κάνουμε τις κάρτες cause and effect, το δουλεύει ταυτόχρονα με τη δασκάλα σπίτι κι έχει ξεφύγει κάπως από το αστείο που έκανε, να απαντάει στην ερώτηση απλώς αφαιρώντας το γιατί: «Γιατί δεν πάμε στη Βεϊκου?», «Γιατί δεν πάμε στη Βεϊκου». Πάνω που το είχαμε συνηθίσει και εντάξει στο δικό μας πρόγραμμα όλοι, «Αργύρη, γιατί δεν έφτιαξες την τσάντα σου», «Γιατί δεν έφτιαξα την τσάντα μου!», «Γιατί δε μου σιδέρωσες το πουκάμισο?», «Γιατί δεν το σιδέρωσα!».