Καθόμαστε στο διπλό κρεβάτι, εγώ διαβάζω:
Ρίκος: Θα μού φέρεις ένα ποτήρι νερό?
Εγώ αφηρημένα: Ναι, πάω-και συνεχίζω να διαβάζω τις περιπέτειες του Τζούμα στη ΝΥ.
Ρίκος (αποδοκιμαστικά): Δε νομίζω ότι πας.
Λογοθεραπεύτρια (τεράστια αγάπη) και Ρίκος, έχουν τελειώσει το μάθημα κι εκείνη ετοιμάζεται να φύγει:
Ρίκος: Όλο πας κι έρχεσαι, γιατί δεν κάθεσαι εδώ, μαζί μου?
Λόγο: Μα εσύ θα πας στην Ερέτρια!
Ρίκος: Γιατί δεν έρχεσαι στην Ερέτρια, να φάμε μακαρόνια με κιμά και να κοιμηθούμε μαζί στο διπλό?
Λόγο σκασμένη στα γέλια: Μα στο διπλό κοιμούνται ο μπαμπάς κι η μαμά!
Ρίκος: Εγώ κοιμάμαι στο διπλό με το μπαμπά, αλλά να ΄ρθεις να κοιμηθούμε μαζί (βγάλε άκρη).
Κι αυτά είναι τα αστεία της υπόθεσης, διότι κατά τ'άλλα μέχρι να φύγουμε τη Μ.Πέμπτη τον έχει φάει η προσμονή, η αγωνία, η έλλειψη σχολείου, η αλλαγή προγράμματος. Εκτός από τα νύχια τρώει και τα μανίκια πλέον.