Ο οποίος ("Σαν τη βροχή πριν πέσει") περιγράφει την ιστορία τριών γυναικών, γιαγιάς-μητέρας-κόρης, τρία χρονικά αποτυχημένης μητρότητας. Η αντιπάθεια της πρώτης για την κόρη της μετατρέπεται σε μίσος εκείνης για τη δική της κόρη αντίστοιχα. Ως εκ τούτου η τελευταία στερείται παντελώς μητρικού φίλτρου με αποκορύφωμα το συμβάν γύρω από το οποίο περιστρέφεται το βιβλίο.
Αντιγράφω από ένα ήσσον βιβλίο (‘Οι δρόμοι του δολοφόνου’) ενός μείζονος συγγραφέα (Τζειμς Ελρόι), το απόσπασμα αναφέρεται στη σχέση του παιδιού-μελλοντικού κατά συρροή δολοφόνου-με τους γονείς του: «ένιωθα αόριστα την έλλειψη στοργής τους για μένα και του ενός προς τον άλλον..[]..Δεν διέθεταν το απαραίτητο πάθος για να με κακομεταχειριστούν ή να με αγαπήσουν. Σήμερα ξέρω ότι τροφοδότησαν την παιδική μου ηλικία με μια αγριότητα ικανή να οπλίσει ολόκληρο στρατό».
Κι έρχεται μετά η Μαρία και με ρωτάει για τα βιβλία της Α’ Δημοτικού και με αποτελειώνει!
Εξηγούμαι: από την εποχή που ξεκίνησε το ταξίδι στον κόσμο του φάσματος όλη η οικογένεια Γουόλτον βιώνει ζυμώσεις και αλλαγές σπανίως αναίμακτες.
Ας πάρουμε τη μανούλα, που έχει πληγώσει κόσμο και κοσμάκη μέχρι να αποφασίσει να βάλει τον εαυτό της σε δεύτερη μοίρα και να θέσει πρώτη προτεραιότητα το «οικογενειακό καλό». Την έχει πληρώσει ο σύζυξ, τα έχουν ακούσει κατά καιρούς τα γονικά, αλλά το μεγάλο θύμα αυτής της ιστορίας είναι ο μεγάλος γιος.
Ο οποίος μεγάλος γιος είχε πολλές φορές το ρόλο του σάκου του μποξ για τα ατελείωτα νεύρα μου, άκουγα τον εαυτό μου να του απευθύνεται για το παραμικρό με μια αντιπαθέστατη στριγκή φωνή. Δυο πράγματα με τρόμαξαν και συνέφεραν, πρώτον διαπίστωσα ότι αντλούσα ένα είδος ευχαρίστησης φερόμενη έτσι και δεύτερον ότι ήμουν ένα βήμα πριν να αρχίσω να τον χτυπάω! (υπόψιν, ποτέ δεν έφτασα εκεί).
Τώρα προσπαθώ να αποκαταστήσω τη σχέση μας- αλλά πάλι φοβάμαι ότι είμαι κατά βάση αδιάφορη απέναντι του.
Συνεπώς η απάντηση, Μαρία, είναι ότι δεν έχω ιδέα για το πώς δείχνουν τα βιβλία Α’, Β’ και Γ’ Δημοτικού, το μεγάλο μου γιο τον διαβάζει η γιαγιά του.
