Εν αρχή ήν ο λόγος (έστω γραπτός), ήτοι η εφημερίδα. Ο Ρίκος ανέκαθεν ευχαριστιόταν να κρατάει στα χέρια του πολλά μικρά ίδια πράγματα, εν προκειμένω τα κομφετί που έφτιαχνε από τις εφημερίδες. (Πολλά ίδια πράγματα μάλλον τού έδιναν την αίσθηση κάποιας σιγουριάς, ίσως είναι και απτικό το θέμα).
Μετά περάσαμε στα μακαρόνια, τα χέρια του ίδρωναν που τα κρατούσε ώρα κι αυτό ήταν ένας πρόσθετος λόγος ικανοποίησης. Βέβαια τα μακαρόνια είχαν το μειονέκτημα ότι συχνά πυκνά έσπαγαν, οπότε ερχόταν κλαίγοντας "μαμά, φτιάξτο". Στην αρχή το ‘παιζα αλχημίστρια κι εμφάνιζα ένα καινούριο μακαρόνι, τάχαμου επιδιορθωμένο. Εν συνεχεία το προσέγγισα ορθολογιστικά "δε φτιάχνει, σού δίνω άλλο", αλλά ήταν μια αλήθεια δυσβάσταχτη και δώστου κλάματα και οδυρμοί. (ελλείψει εναλλακτικής βέβαια το συνήθισε)
Ύστερα ήρθαν οι φακές, πάθος που δεν κράτησε πολύ όμως, διότι τις χρησιμοποιούσε και η εργοθεραπεύτρια οπότε δεν είχαν την αίγλη του απαγορευμένου.
Όλα τα παραπάνω χρησίμευαν σαν ενισχυτές, "κάνε καλά μάθημα και θα σου δώσω ό,τι θέλεις". Αφού έπαιζε κι έφευγε ο καημός, περνούσε το βοηθητικό προσωπικό καθαριότητας και μάζευε το πλήθος και το πάθος. Ε καλά, καμιά φορά αργούσε να περάσει (ίσως διάβαζε Ελλρόυ, καληώρα) και περπατώντας στο σπίτι άκουγες το κρίτσι κράτσα των σπασμένων μακαρονιών.
Και τις προάλλες, με το μπαμπά του στο σούπερ μάρκετ το τέκνο κρεμάστηκε από το καρότσι, έλαμψε η μούρη του, οι φακές πεθάνανε, ζήτω οι φακές! Και αναφώνησε το σουρεαλιστικό «θέλω φασολάκια ΤΩΡΑ» και το αντικείμενο του πόθου ήταν η μια συσκευασία-γίγας m & ms.
Τα οποία m & ms αποδεικνύονται δύσκολος αντίπαλος, αφενός ως θραύσματα για τη σκούπα, αφετέρου διότι η λαχταριστή σοκολάτα-επικάλυψη επικαλύπτει τα χαλιά μας πλέον.