ή μαθαίνοντας στο Ρίκο το οριστικό
Πρωί πρωί η Κυριακή δεν ξεκινάει ακριβώς ομαλά. Εν μέσω ατελείωτων νεύρων, ο Θόδωρος εκτοξεύει στον τοίχο ένα παιχνιδάκι εργοθεραπείας (ζελατινοειδές περιτύλιγμα, γεμάτο με αγνώστου σύστασης γαλάζιο υγρό και ζωάκια της θάλασσας, για να αποκτήσετε μια πρόχειρη εικόνα).
Μοιραία η ζελατίνα σκάει, και νερό, ζωάκια και χρυσόσκονη ποτίζουν αργά και ηδονικά την παρολίγο μπουχάρα. Δεν είναι το μάζεμα ο βραχνάς, είναι ο Θόδωρος που αρχίζει το ατελείωτο μάντρα «φτιάξε το».
Τα αναφιλητά διακόπτονται μόνο από τις παραινέσεις, «φτιάξε το τώρα, βάλε το νερό μέσα». Δε θέλω να του πω ότι θα αγοράσουμε άλλο, απλώς θέλω να χωνέψει ότι το πέταξε, το χάλασε και πάει, αλλά ο συγκεκριμένος αποχωρισμός εξελίσσεται σε έναν μικρό θάνατο.
Κι εκεί έρχεται αρωγός η κινέζικη σοφία, ένα μικρό παραμυθάκι από μια συλλογή του Τζιάννι Ροντάρι. Η αιώνια ανικανοποίητη προγκήπισσα ζητά να της φτιάξουν ένα περιδέραιο από δροσοσταλίδες-άντε μη σχολιάσω τώρα πόσος κόσμος πήγε αδιάγνωστος, αν δεν ήταν στο φάσμα η μικρή γαλαζοαίματη δεν είναι κανείς. Πλήθη υποψήφιων αποτυγχάνουν, ώσπου ένας γέρος αντιστρέφει την κατάσταση πετώντας το μπαλάκι στην Υψηλότητά Της. Ο γέρων δεσμεύεται ξεκάθαρα, εγώ το φτιάχνω το κολιέ, αρκεί εσείς να μού μαζέψετε τις χάντρες-δροσοσταλίδες. Η δυσκοίλια πριγκήπισσα μετά από δυο τρεις απόπειρες συνειδητοποιεί το μάταιο του αιτήματος και παραιτείται.
Εφόσον στη μεγαλειότητά της έπιασε, μπορώ άφοβα να το δοκιμάσω στο Θόδωρο.
«Μάζεψε εσύ το νερό και το βάζουμε μέσα». Ω του θαύματος, αφού χώνει δυο τρεις φορές τα δάχτυλα στο υγρό χαλί, με κοιτάζει συνειδητοποιώντας την κατάσταση. Είναι το βλέμμα που στα κόμιξ ανάβει αυτόματα τη λάμπα πάνω από το κεφάλι του άρτι φωτισμένου ήρωα-και μετά λύπης του ο Θόδωρος αναγκάζεται να σταματήσει το κλαούνισμα.
Αυτισμός-Λάο Τσε 0-1.
ΥΓ. Τι έκανα όταν σταμάτησε το κλαούνισμα? Δε συνέχισα πάντως το «Μπουβάρ και Πεκισέ», το οποίο εγκατέλειψα 30 σελίδες πριν το τέλος. Λίγος BHL και λίγες εφημερίδες, ο Αθήναιος στο Γαστρονόμο έγραφε κάτι πολύ εμπνευστικό, θα επανέλθω.