18.2.09

Πού έχει χαθεί αυτή η θεία?

(εγώ).

Πάρα πολλή δουλειά είναι η πρωτότυπη απάντηση.

Στο μεταξύ θέλω να:

  • Διαβάσω αναλυτικά αυτό το blog, το βρήκα γκουγκλίζοντας τις μαθησιακές δυσκολίες.
  • Να κρατηθώ να μην εμέσσω πάνω στον αναπόφευκτο δίσκο με σαντουιτσάκια που θα βγουν στο επόμενο μίτινγκ-και αποτελούν την κύρια τροφή μου το τελευταίο δίμηνο.

13.2.09

Νέα σχολείου

Συνάντηση με τη δασκάλα του Ρίκου:

  • Όταν ο Ρίκος γύρισε μετά από μια βδομάδα που ήταν άρρωστος μού έλεγε η κυρία Κατερίνα ότι όταν κατέβηκε από το πούλμαν τη ντρεπόταν και μετά την αγκάλιασε πολύ σφιχτά.
  • Ο Ρίκος ζηλεύει πολύ όταν η κυρία Κατερίνα ασχολείται με την υπόλοιπη κομπανία και χώνει τη μύτη του.
  • Τη λέει μαμά και μετά διορθώνει, «εεε κυρία Κατερίνα» (εκεί της είπα ότι κι εμένα πολλές φορές με λέει κυρία μαμά)

Είναι ωραία που φαίνεται πόσο τον αγαπάει.

(είναι φανερό ότι το συγκεκριμένο ποστ είναι εντελώς ημερολογιακού χαρακτήρα).

11.2.09

Θυμώνω με ορισμένα (?)

Ποτέ δε θα καταλάβω γιατί ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν απλώς να το βουλώσουν μείνουν σιωπηλοί, να νιώσουν τυχεροί που δεν είναι στη θέση αυτών που σχολιάζουν και αισθάνονται την ανάγκη να διαφημίσουν την αρετή, την ανωτερότητα, την ηλιθιότητά τους με μια λέξη?

Αντιγράφω από το in σχετικά με την υπόθεση της Ελουάνα Ενγκλάρο, που ήταν σε κώμα από τα 20 χρόνια της το 1992.

"Κατά του Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε καταφερθεί και ο πατέρας της Ελουάνα μετά τη δήλωση του πρωθυπουργού ότι δεν θα το έκανε αυτό ποτέ στην κόρη του.

Ο πατέρας της Ελουάνα του απάντησε ότι κάνει θεατρινισμούς."


10.2.09

Λες κ δεν το ξέραμε

Ο Ρίκος σε στιγμή ειλικρίνειας, άρρωστος και μπαφιασμένος, αφού έχει δεχτεί καταιγισμό προτάσεων για ζωγραφική, διάβασμα, χαρτιά, καταδέχεται να απαντήσει στην ερώτηση «τι θέλεις επιτέλους?»

Ρίκος: «Θέλω να κάνω ό,τι θέλω».

8.2.09

Νενίκηκά σε δεν-ξέρω-ποιε!

Μιραντάκι, θυμάσαι τις κάρτες με τις συλλαβές που μας χάρισες πέρσι?

Mamma, περιγράφω το βίντεο για σένα και για μένα που η έμμισθη σκλαβιά μας στερεί τη θέαση βιντεακίων (sic).

Λοιπόν, λίγο η φωνολογική-φορολογική ενημερότητα, αρκετά το σχολείο που του έμαθε νεράκι τις συλλαβές, λίγο η σκύλα-μάνα (στο βίντεο το δύστυχο παιδί έχει 38 πυρετό), λίγο το πλήρωμα του χρόνου, ήρθε ο Ρίκος κι ένωσε τις συλλαβές σε λέξη.

Η πρώτη που λέει είναι «πατάτα», όσο λέω «όλο μαζί, Ρίκο» ξανά και ξανά νομίζω διακρίνεται η υπόγεια υστερία, «πες το παιδί μου να τελειώνουμε!». Φυσικά μετά το «ψάρι» είναι πανεύκολο και πλέον βεβαιώνω ότι ο μικρός διαβάζει (σχεδόν) όλες τις λέξεις που δεν έχουν αυτά τα αλλοπρόσαλλα (ει, οι, ου, μπ, γκ, τα οποία κάπως λένε όσοι έχουν τελειώσει ελληνικό δημοτικό σχολείο-δίψηφα?-, αλλά εγώ αδυνατώ να θυμηθώ).

6.2.09

Πώς αντιδράς?

Λοιπόν, είμαστε με τους συναδέλφους (αθηναίους κ θεσ/νικιούς) και τρώμε (μας κερνάνε) όταν αρχίζει μια συζήτηση ακανθώδης.

Τα γεγονότα:

Η εταιρεία που δουλεύω για λόγους κοινωνικής πολιτική προσφέρει δουλειά σε άτομα με αναπηρίες, είτε σωματικές είτε νοητικές. Στις περιπτώσεις των νοητικών αναπηριών το σύνηθες είναι οι άνθρωποι αυτοί να περιφέρονται στο κτίριο φερόμενοι με παράξενο τρόπο.

Οι συνάδελφοι της Θεσσαλονίκης σχολιάζουν κοροϊδευτικά-αλλά και απηυδισμένοι- τη συμπεριφορά τους.

Η περιγραφή ενός ήταν ακριβής περιγραφή αυτιστικής συμπεριφοράς: ο άνθρωπος πλησιάζει τους πάντες κι αφού τραβήξει το παντελόνι τους προς τα πάνω κοιτάζει επίμονα τις κάλτσες τους.

Το κυρίως πρόβλημά των παραπονούμενων ήταν ότι είναι επιφορτισμένοι με την ευθύνη αυτών των ανθρώπων και θα κατηγορηθούν εκείνοι σε περίπτωση που κάτι συμβεί.

Άλλο γεγονός είναι ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είτε δε διδάχτηκαν, είτε κανείς δεν ασχολήθηκε να τους μάθει, είτε δε μπορούν να ασχοληθούν με κάτι την ώρα του ωραρίου.

Κάποια στιγμή μια μίλησε για τον Καιάδα, οι υπόλοιποι υπερθεμάτισαν κι εγώ δεν είπα τίποτα.

Το ερώτημα:

Ήταν η στιγμή κατάλληλη μεταξύ τυρού και αχλαδίου να εξηγήσω ότι κι εγώ έχω ανάπηρο παιδί? Από τη μία μού φάνηκε πολύ δραματική κίνηση από την άλλη δεν ένιωσα άνετα που η συζήτηση έκλεισε έτσι.

5.2.09

Κι επέστρεψα


(το παρόν αποτελεί απλώς ένα ping post, είμαι εδώ, είμαι καλά, συνάντησα τα δυο καρντάσια, που είτε εκτός είτε στην έδρα τους με υποχρεώνουν πάντα και να ξέρουν ότι τ’ αγαπώ πολύ-μα τι χαζογλυκερό!).

Κανονικό ποστ όταν συνέλθω από το jet lag.